ἑπτάχρονος

ἑπτά-χρονος, ον,
A of seven times,

πούς Heph.3.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπτάχρονος — of seven times masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτάχρονος — ον βλ. εφτάχρονος …   Dictionary of Greek

  • ἑπταχρόνους — ἑπτάχρονος of seven times masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπτάχρονοι — ἑπτάχρονος of seven times masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • εφτάχρονος — η, ο (ΑΜ ἑπτάχρονος, ον) νεοελλ. επταετής αρχ. μσν. με επτά βραχείς χρόνους στην προσωδία …   Dictionary of Greek

  • Αθανασίου — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αλέξιος (Μενδενίτσα Λοκρίδας 1795 – 1849). Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δυοβουνιώτη. Διακρίθηκε στη Στερεά Ελλάδα και στις μάχες της Αθήνας. 2. Αναγνώστης. Καταγόταν από το Αγκίστρι της Αίγινας. Πήρε μέρος σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.